Με αφορμή την προδημοσίευση ποιημάτων της από το «Ενός λεπτού μαζί» στα «ΝΕΑ», η Κική Δημουλά ξεκλειδώνει τον ποιητικό της κόσμο για τους αναγνώστες της, απαντώντας στις ακόλουθες ερωτήσεις:

— Σ’ αυτά τα ποιήματα φαίνεστε περισσότερο οργισμένη.

Πιο έτοιμη θα έλεγα, για ν’ αποφύγω το πιο γενναία. Είπα, δηλαδή, να διασχίσω ό,τι σκοτεινό ακόμα μου υπολείπεται ή να ξανακάνω απ’ την αρχή τη διαδρομή του, αλλά αυτή τη φορά χωρίς αρκετές προμήθειες χρόνου. Δίχως να επαναπαύομαι στα ψιχουλάκια φωτός που έριχναν άλλοτε στον δρόμο μου οι πυγολαμπίδες, για να μη χαθεί η επιστροφή μου. Και το κυριότερο, άοπλη εντελώς: δίχως το νεροπίστολο των δακρύων.


«ΤΑ ΝΕΑ», 3.10.1998, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

— Χαρακτηριστικό είναι ότι συνομιλείτε με τον Ύψιστο και μάλιστα τον επικρίνετε.

Συνομιλώ με τον Θεό, συχνά, σημαίνει ότι νιώθω όλο και συχνότερα την ανάγκη να ξαναγίνομαι παιδί. Τον επικρίνω σημαίνει ότι θέλω να παρατείνομαι ως παιδί. Ότι του θυμίζω τους κανόνες του «κρυφτού» που άνισα παίζουμε, στο εγώ τα φυλάω. Κρύβεται εκείνος, μου φωνάζει ένα μακρύ κου-ου-ου-κου, που λες και βγαίνει από τα μύρια διάσπαρτα στόματα των μεγάλων αποστάσεων. Αδύνατον να εντοπίσω την κρυψώνα του, να τον βρω. Όλο εκείνος με βρίσκει.

— Επιμένετε στην ανάγκη να ονειρευόμαστε. Γιατί;

Πώς να γίνει; Έτσι, να κυβερνάει η πραγματικότητα χωρίς τον φόβο της αντιπολίτευσης; Εξάλλου, κάπου θέλει να εμπιστευθεί τα μυστικά του και τους πόθους του το υποσυνείδητό μας. Πέρα από αυτά, θεωρώ το ονειρεύεσθαι μια πολύ καλή άσκηση για να μη χαλαρώνουν οι μύες της αναμονής, των προσδοκιών, που έχουν μια προδιάθεση για κυτταρίτιδα και πρόωρο γήρας.


«ΤΑ ΝΕΑ», 3.10.1998, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

— Τα αγαπημένα σας λεκτικά παιχνίδια σάς έχουν κοστίσει τον χαρακτηρισμό της εγκεφαλικής ποιήτριας. Τι λέτε γι’ αυτό;

Σέβομαι την κριτική, αλλά καθόλου δεν μου έχει κοστίσει ο χαρακτηρισμός της εγκεφαλικής ποιήτριας, όσο κι αν αυτός σαρώνει όλο το «ποιήτρια». Ναι. Δεν μου έχει κοστίσει, γιατί με μεγάλο δισταγμό και η ίδια μπήκα, αμφιβάλλοντας, κάτω από αυτόν τον στομφώδη τίτλο. Εγώ, αγαπητή μου, δεν είμαι παρά ένας κοινός οδοιπόρος, που απλώς αντέχει, όταν αδειάζει το παγούρι του, να πίνει νερό χωρίς να δηλητηριάζεται από ελώδεις πλάνες ή και την αρχική μακέτα του κόσμου, εκεί όπου αφθονούσαν τα ύδατα. Με λίγα λόγια, επιβιώνω ξεδιψώντας στην πρώτη εφικτή λύση που βρίσκεται μπροστά μου, τη φυσική λύση. Δεν την κατασκευάζω. Μου προτείνεται από τις μόνες δυνατότητές μου.

Τώρα, αν με ρωτήσετε γιατί αυτήν την πορεία τη χώρισα σε ποιήματα, θα σας πω επειδή οι πηγές μου, κατά τις περιοδικές εκλάμψεις τους, δεν ήταν ούτε τετράγωνες ούτε στρογγυλές ούτε παραλληλόγραμμες, αλλά είχαν το θολό σχήμα ποιήματος.


«ΤΑ ΝΕΑ», 3.10.1998, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

— Είχατε πει κάποτε ότι σας συγκινούν περισσότερο, νοιάζεστε πιο πολύ για τα επουσιώδη παρά για το ουσιώδες.

Και να μην το έχω πει, δεν μου είναι ξένο. Αλήθεια είναι ότι νοιάζομαι γι’ αυτούς τους αφανείς ήρωες. Αυτά κρατάει ως ομήρους το ουσιώδες, τα ακινητοποιεί με εκείνο το γνωστό κεφαλοκλείδωμα προφυλάσσοντας το στέρνο του, απειλεί ότι θα τα πυροβολήσει, κινείται κρυμμένο ασφαλές πίσω τους, τα σέρνει μαζί του έως ότου διαφύγει ασύλληπτο.

— Γράφετε εύκολα;

Τόσο δύσκολα όσο ένας που δεν ξέρει να γράφει και ωστόσο επιμένει, σαν να έχει βάλει στοίχημα με κάποιον αυτοσαρκασμό και θέλει να το κερδίσει. Άλλωστε, δεν βλέπετε πόση κανέλα έχω ρίξει, για να συγκαλύψω τη γεύση της δυσκολίας;


«ΤΑ ΝΕΑ», 3.10.1998, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

— Αν χρειαζόταν να μπει ένας υπότιτλος στα καινούργια αυτά ποιήματά σας, που να χαρακτηρίζει κάπως τη διάθεσή σας απέναντί τους, ποιος θα ήταν;

Νομίζω ο ίδιος που σιωπηρά έβαλα σε όλα τα ποιήματα που έγραψα. Ότι κανένα δεν μοιάζει, δεν μου θυμίζει εκείνο το ποίημα που δεν έγραψα. Αναφέρομαι στο γνωστό χιμαιρικό ανικανοποίητο πολλών, φαντάζομαι, ποιητών. Το δόλωμα για να επιμείνουμε να γράφουμε.

*Συνέντευξη που είχε παραχωρήσει η Κική Δημουλά στη δημοσιογράφο Μικέλα Χαρτουλάρη το φθινόπωρο του 1998, λίγες ημέρες πριν από την έκδοση της ποιητικής συλλογής της «Ενός λεπτού μαζί» (Ίκαρος). Είχε δημοσιευτεί στο φύλλο των «Νέων» που είχε κυκλοφορήσει το Σάββατο 3 Οκτωβρίου 1998.

Η ποιήτρια και ακαδημαϊκός Κική Δημουλά (Βασιλική Ράδου το πατρικό της) απεβίωσε στις 22 Φεβρουαρίου 2020, σε ηλικία 89 ετών.